Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας»

(Δωρικός 1990)

Ο Στέφανος Σαχλίκης είναι από τους πιο γνωστούς ποιητές

της πρώτης εκείνης περιόδου ανάπτυξης των Κρητικών γραμμάτιων.

Γράφει στα τέλη του 15ου αιώνα και ανήκε στην τάξη των

αρχοντορωμαίων. Στα νιάτα του έκανε άστατη ζωή, σπατάλησε

την περιου­σία του και κατόπιν μετανιωμένος αποτραβήχτηκε

από τη δράση στην ηρεμία της υπαίθρου. Δεν αντέχει όμως την

πληκτική αυτή ζωή, ξαναγυρνάει στο Χάντακα, κάνει το δικηγόρο,

πλουτίζει, για να ξαναρχίσει την παλιά του αμαρτωλή ζωή και

να καταλήξει πάλι στη φυλακή. Από τη φυλακή ιστορεί τις ερωτικές

του περιπέτειες, και συμβουλεύει τους νέους να μην πάθουν τα όσα

έπαυε αυτός.

Ιδιαίτερες συμβουλές απευθύνει στον Φραντζισκή, το γιο κά­ποιου

φίλου του. Τρία πράγματα του λέει πρέπει να αποφεύγει: «της νύχτας

τα γυρίσματα, τα ζάρια, και τις πολιτικές (πόρνες)».

255   Κρυφά γαμιέται η πολιτική, εδώ και κει όπου θέλει,

 και φαίνεται της νόστιμον σαν ζάχαρη και μέλι.

Μετά χαράς η πολιτική θέλει κρυφό γαμήσι,

ώστε ν' αποδιαντραπή, ώστε ν' αποκινήση,

και όποιος την κρατεί κρυφά, βιάζεται να του παίρνη,

260   ρούχα και μπότες και φελλούς και ψούνια να της φέρνη.

 και πριν να την αφήσει αυτός, άλλον γυρεύει νάβρη·

και παίρνει τούτον σήμερον και εκείνον έχει αύρι.

Η πολιτική τον κόπελον τον θέλει να γελάση,

την όψιν και την γνώμην της όλη της την αλλάσσει.

265    φιλεί, περιλαμπάνει τον, στα στήθη τον μαλάσσει

(σελ. 23)

και κάμνει τον ολόχαρον, και κάμνει να γελάση,

και λέγει του: «Ομμάτια μου, ψυχή μου και καρδιά μου,

απαντοχή, ελπίδα μου, θάρρος, παρηγοριά μου»,

και δείχνει και ζηλεύει του ότι άλλην καύχαν έχει,

270   και ως δια να δείχνη ότι αγαπά, ψόματα τον ελέγχει·

και αλί τον εύρη πελελόν και βάλη τον σ’ αγάπη

και από πολλής του πελελιάς εκείνος εξετράπη,

και τρω τον και ρημάσσουν τον και χάνουν την ζωήν του·

ο που πιστεύει πολιτικής χάνει και την τιμήν του.

  Ο Σαχλίκης βρίσκεται στο μεταίχμιο της μεταβατικής εκείνης

φάσης, όπου οι λόγιοι ποιητές περνάνε από τον ανομοιοκατάληκτο

στίχο στην ομοιοκαταληξία, και μάλιστα στη ρίμα, την ομοιοκατα­ληξία

δηλαδή κατά δίστιχα, όπως οι μαντινάδες. Χαρακτηριστικό είναι το

γεγονός ότι τα πρώτα του ποιήματα είναι ανομοιοκατάληκτα, ενώ τα

τελευταία είναι σε ρίμα, με ελάχιστες εξαιρέσεις.   Σκόρπιες ρίμες και

ομοιοκαταληξίες ανά τρεις, τέσσερις, πέντε κ.λπ. στίχους βρίσκουμε

στα περισσότερα έργα της εποχής αυτής.

  Στα έργα του ο Σαχλίκης «κηρύττει την ηθική με την αυτάρεσκη

περιγραφή της ίδιας του της ανηθικότητας», λέει με πνευματώδη

τρόπο ο Hesseling. Αποφεύγει ακόμη τις παρεμβολές βιβλικών και

άλλων αποφθεγματικών φράσεων, στις οποίες καταφεύγουν κατά

κόρον άλλοι ηθικοδιδακτικοί ποιητές, γεγονός που κάνει τα έργα

τους ελάχιστα ελκυστικά. Χαρακτηριστικό της απήχησης που είχαν

τα ποιήματα του Σαχλίκη στην εποχή τους είναι ότι είχαν γίνει

τραγούδια.

  Στα έργα του Σαχλίκη βλέπουμε ένα διάχυτο μίσος κατά των

γυναικών, και μάλιστα των πορνών, τις οποίες φαίνεται να θεωρεί

υπεύθυνες για το κατάντημά του. Ιδιαίτερα τα βάζει με μια

Κουταγιώταινα (Βουλή των πολιτικών), για την οποία εκφράζεται με

μεγάλη αισχρότητα.

«Γαμιέται η Κουταγιώταινα κι ο σκύλος της γαυγίζει

και κλαίσι τα παιδάκια της κι εκείνη χαχανίζει».

  Το ίδιο πρόσωπο φαίνεται να κρύβεται και κάτω από την

Ποθοτσουτσουνιά (Αρχιμαυλίστρες), στην οποία ο ποιητής

απευ­θύνει εν είδη επωδού την ερώτηση:

«Ειπέ με Ποθοτσουτσουνιά, μαυλίζεις ή γαμιέσαι

(σελ. 24).

  Αλλού τη βάζει και καμαρώνει για τα προσόντα της:

Εγώ  'μαι η Ποθοτσουτσουνιά, εγώ  'μαι η ψωλοπόθα,

εγώ  'μαι απάνω εις όλες σας, εγώ  'μαι εδά κερά σας.

  Οπωσδήποτε ο Σαχλίκης δεν πρωτοτυπεί εκφράζοντας

ένα τέ­τοιο μίσος ενάντια στις γυναίκες, παρόλο που οι

προσωπικές του εμπειρίες και ταλαιπωρίες τον δικαιολογούν

απόλυτα, αλλά βρίσκε­ται στα πλαίσια μια γενικότερης

ποιητικής παράδοσης της εποχής, μιας παράδοσης

μισογυνισμού, όχι ειδικά Κρητικής, αλλά πανευρωπαϊκής,

που έχει τις ρίζες της στον μεσαίωνα, και αποτελεί μια

χολωμένη αντίθεση στους αυλικούς έρωτες των ιπποτικών

μυθιστοριών, όπου η γυναίκα σχεδόν θεοποιείται. Ο

μεσαιωνικός αυτός μισογυνισμός ήταν με τη σειρά του

άμεσος απόγονος πατερικών κειμένων, ιδιαίτερα του

Χρυσοστόμου. Οι άγιοι Πατέρες είχαν χύσει στα γραφτά

τους άφθονο δηλητήριο ενάντια στις γυναίκες.10

  Οι ποιητικές συμβάσεις με τις οποίες εκφράστηκε αυτός

ο μισογυνισμός ήσαν κατά βάση τρεις. Η πρώτη ήταν ένας

μακρύς κατάλογος με αποφθεγματικές ρήσεις κατά των

γυναικών, από τον Όμηρο, τους αρχαίους και την Παλαιά

Διαθήκη, μέχρι τον τελευ­ταίο (ξένο) κερατωμένο βασιλιά.

Η δεύτερη σύμβαση ήταν συμβου­λές σε νέο που πρόκειται

να παντρευτεί και η τρίτη ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα

υπερασπιστή και σε ένα πολέμιο των γυναικών.